οικονομία

οικονομία
Ο όρος, ελληνικός που έγινε παγκόσμιος, σημαίνει, στην πρώτη του έννοια, διαχείριση του οίκου· γενικότερα όμως ο. είναι σήμερα η επιστήμη που μελετά την παραγωγή, τη διανομή και την κατανάλωση του πλούτου και συγχρόνως τους νόμους που τις ρυθμίζουν. Η έννοια αυτή σχηματίστηκε με τον καιρό, ξεκινώντας από τη μικρή οικιακή διαχείριση, από την οποία βγήκαν πολλές έννοιες, φαινομενικά διαφορετικές, στην ουσία όμως όλες σχετικές μεταξύ τους: κάνω ο. σημαίνει χρησιμοποιώ με περίσκεψη τα λεφτά μου· οι ο. ενός ανθρώπου είναι οι αποταμιεύσεις του· ο. έργου, λόγου είναι η λογική διάθεση της προσπάθειας και των υλικών μέσων· η κρητική ο., η ελληνική ο., η παγκόσμια ο. είναι τα σύνολα των υλικών (πρώτων υλών, κεφαλαίων) και των ανθρώπινων (εργατικού δυναμικού, τεχνικών γνώσεων) πόρων που διαθέτει μια περιφέρεια, μια χώρα ή ο κόσμος ολόκληρος· η ατομική ο. ή η ανταλλακτική, η συλλογική ή η ατομικιστική, η ανοικτή ή η κλειστή ο. είναι διάφοροι τύποι οργάνωσης της παραγωγής και της διανομής του πλούτου. Η παραγωγή, η διανομή και η κατανάλωση του πλούτου ρυθμίζονται από νόμους και ανάλογα με το αν αυτοί ρυθμίζουν τη συμπεριφορά του μεμονωμένου ατόμου (που φροντίζει τη δική του περιουσία) ή κανονίζουν την παραγωγή, διανομή και κατανάλωση του πλούτου στην ανθρώπινη κοινωνία, έχουμε την ιδιωτική ο. και την πολιτική ο. Πίσω από τη φαινομενική αυτή πολυμορφία όλων αυτών των διαφορετικών σημασιών δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε μια μόνη ιδέα, που είναι κοινή σε όλες: την ιδέα της ο. ως καλύτερης χρησιμοποίησης και λογικής διανομής των περιορισμένων μέσων που διαθέτουμε για να πετύχουμε έναν συγκεκριμένο σκοπό. Είτε πρόκειται για τον καθορισμό των αναλογιών μεταξύ των διαφόρων τμημάτων ενός γραπτού είτε για την εκλογή του αποτελεσματικότερου και λιγότερο δαπανηρού τρόπου για την κατασκευή ενός ορισμένου προϊόντος, η οικονομική αρχή είναι πάντα η ίδια: όταν έχει δοθεί ένας σκοπός, πώς θα πραγματοποιηθεί με τα λιγότερα μέσα. Είναι λογικό όμως ότι η οικονομική αρχή, αν και επεκτείνεται σε πολυάριθμες όψεις της ανθρώπινης δράσης, έχει βρει το ευρύτερο πεδίο εφαρμογής της στην εργασία που επιβάλλεται στον άνθρωπο για την απόκτηση των αγαθών τα οποία είναι απαραίτητα για την ικανοποίηση των αναγκών του. Η ο. λοιπόν έχει ως αντικείμενο των μελετών της την ανθρώπινη εργασία, που διατίθεται, άμεσα ή έμμεσα, για την ικανοποίηση αναγκών, δηλαδή για τη δημιουργία πλούτου. Όταν ο μελετητής αναζητά τον προσδιορισμό των νόμων γενικού χαρακτήρα που ρυθμίζουν τα οικονομικά φαινόμενα, γίνεται λόγος για καθαρή ο.· αντίθετα, γίνεται λόγος για εφαρμοσμένη ο. όταν από τους νόμους αυτούς επιδιώκεται η εξαγωγή πρακτικών κανόνων, που να μπορούν να χρησιμεύουν ως οδηγοί είτε για τη διαχείριση, για παράδειγμα, μιας επιχείρησης είτε για τη ρύθμιση της επέμβασης του κράτους στην οικονομική ζωή του έθνους. Για τον ορισμό της οικονομικής επιστήμης γενικά μερικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν, αντί του όρου ο. τον όρο οικονομική (γαλλ. economique, αγγλ. economics). Συχνά, όχι σωστά, γίνεται λόγος για πολιτική ο., έκφραση που χρησιμοποιούσαν οι πρώτοι συγγραφείς, που άρχισαν να μελετούν την τέχνη της καλής διαχείρισης του κράτους (Σύστημα οικονομικής πολιτικής - Traicte de l’oeconomie politique, του Αντουάν ντε Μονκρετιέν, 1615, Συλλογισμοί πάνω στην πολιτική οικονομία - Meditazioni sull’ economia politica, του Πιέτρο Βέρι, 1771). Παρόλα αυτά, πολύ πριν η ο. γίνει πραγματική επιστήμη και βρει ένα όνομα, στον αρχαίο κόσμο και στον Μεσαίωνα η προσοχή των σοφών είχε ήδη στραφεί προς το ένα ή το άλλο οικονομικό φαινόμενο (όπως το χρήμα, το εμπόριο, ο πληθυσμός). Αλλά οι φιλόσοφοι, όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, ασχολούνταν κυρίως με την πολιτική και μόνο έμμεσα με την ο. στην οποία αφιέρωσαν μόνο αφηρημένες σκέψεις. Μερικοί συγγραφείς (όπως για παράδειγμα ο Ξενοφών, ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος, ο Ουάρρων, ο Κολουμέλλας ή ο Κάτων) αφιέρωσαν στα προβλήματα αναλυτικότερες μελέτες (ιδιαίτερα στον αγροτικό τομέα), αλλά περιορίστηκαν ουσιαστικά στο να δίνουν πρακτικές συμβουλές: έλλειψη κάθε οργανικής επεξεργασίας των οικονομικών φαινομένων, τόσο που η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από τους μελετητές ως τμηματική περίοδος της οικονομίας. Υπερπηδάται έτσι μια ολόκληρη χιλιετία –κατά την οποία η υποχώρηση της ο. προς πρωτόγονες μορφές εξαφάνισε κάθε ενδιαφέρον για τα προβλήματα– και οι μελέτες της ο. με τμηματικό χαρακτήρα ξαναρχίζουν στην τελευταία περίοδο του Μεσαίωνα, όταν η δημιουργία των κοινοτήτων και η εμφάνιση της βιοτεχνίας οδήγησαν στη νέα άνθηση της οικονομικής ζωής, ενώ οι σταυροφορίες και οι εμποροπανηγύρεις της Καμπανίας διευκόλυναν την επανάληψη των ανταλλαγών και την επανεμφάνιση του νομίσματος. Τα οικονομικά προβλήματα άρχισαν να τραβούν την προσοχή κυρίως των θεολόγων, των οποίων κύρια φροντίδα δεν ήταν τόσο vα ανακαλύψουν τους νόμους της ο., όσο να κρίνουν και να κατακρίνουν τις εκδηλώσεις της, όταν αυτές δεν προσαρμόζονταν στα προστάγματα της θρησκευτικής ηθικής. Κύρια αρχή της θεωρίας τους είναι η ανταλλακτική δικαιοσύνη: στις ανταλλαγές πρέπει να επικρατεί ισότητα ανάμεσα σε εκείνα που προσφέρει ο καθένας από τους συναλλασσόμενους. Ο Αλβέρτος ο Μέγας, ο Θωμάς ο Ακινάτης και άλλοι προσπάθησαν να καθορίσουν ποια πρέπει να είναι η δίκαιη τιμή και ποιος ο δίκαιος μισθός και καταδίκαζαν σαν τοκογλυφία κάθε δάνειο με τόκο. Η ιδιοκτησία δεν είναι απόλυτο δικαίωμα, η παρέμβαση του ηγεμόνα στην οικονομική ζωή είναι κανονική και σκόπιμη. Αυτή η κυριαρχία των ηθικών αντιλήψεων στην οικονομική σκέψη εξασθένησε στη νεότερη εποχή, ενώ η Αναγέννηση και η Μεταρρύθμιση μετέβαλαν τις ηθικές και κοινωνικές αντιλήψεις, προετοιμάζοντας την επικράτηση μιας ατομιστικής κοινωνίας. Η μεγάλη ανάπτυξη και οι μεταβολές της ο. –αποτελέσματα των γεωγραφικών ανακαλύψεων και του ανοίγματος νέων ναυτικών και εμπορικών οδών– οδήγησαν στην αντικατάσταση της αγροτικής και βιοτεχνικής κοινωνίας από ένα νέο εμποροκρατικό και βιομηχανικό κόσμο. Η δημιουργία των εθνικών κρατών και η εισροή πολύτιμων μετάλλων από την Αμερική καθρεφτίζονται, από τα μέσα του 15ου αι., στη σκέψη της πρώτης αληθινής και πραγματικής οικονομικής σχολής, της εμποροκρατίας. Κατά τους εμποροκρατικούς, το θεμέλιο της δύναμης και του πλούτου ενός έθνους στηρίζεται στη συσσώρευση της μεγαλύτερης δυνατής ποσότητας χρυσού και αργύρου. Για την αύξηση των νομισματικών αποθεμάτων, συνιστούσαν την απαγόρευση της εξαγωγής πολύτιμων μετάλλων και την αύξηση της εισαγωγής τους με διάφορα συστήματα (όπως οι δασμοί στις εισαγωγές, η επιχορήγηση των εξαγωγών κλπ.), που όλα έτειναν στην εξασφάλιση ενός ενεργητικού ισοζυγίου πληρωμών κι έτσι στην εισροή χρυσού στη χώρα. Αν και στηριζόταν σε λαθεμένη βάση (τη σύγχυση του πλούτου με το νόμισμα, ενώ αυτό είναι μόνο το αντιπροσωπευτικό σύμβολο του πλούτου· την ψευδαίσθηση πως είναι δυνατή η διατήρηση ενός μόνιμα ενεργητικού ισοζυγίου πληρωμών) οι εμποροκρατικές θεωρίες –που υποστήριζαν, μεταξύ άλλων, οι Αντόνιο Σέρα, Τόμας Μουν, Ζαν Μποντέν κ.ά.– επηρέασαν σημαντικά την πολιτική των ευρωπαϊκών κρατών. To 17o αι., ενώ λησμονήθηκε ο αρχικός σκοπός της υποβοήθησης της εισαγωγής νομίσματος, οι εμποροκρατικές αντιλήψεις προσέφεραν τα όργανα της προστατευτικής πολιτικής, σκοπός της οποίας ήταν η προστασία των γεννωμένων εθνικών βιομηχανιών από τον ξένο ανταγωνισμό. Έτσι ο εμποροκρατισμός μεταμορφώθηκε σε προστατευτισμό, που εφαρμόστηκε κυρίως στην Αγγλία (με το Νόμο περί ναυτιλίας) και στη Γαλλία (με τον Κολμπέρ, υπουργό του Λουδοβίκου ΙΔ’) και πάνω στον οποίο στηρίχτηκε η ανάπτυξη των εθνικών βιομηχανιών. Τρεις όμως αιώνες εφαρμογής των εμποροκρατικών αρχών είχαν οπωσδήποτε επιπτώσεις, όπως η παρακμή της γεωργίας (που θυσιάστηκε για το συμφέρον της γεννώμενης βιομηχανίας) και οι υπερβολικές κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομική ζωή (επιβλαβείς για την ελεύθερη ανάπτυξη και των δύο) που κατά τα μέσα του 18ου αι. προκάλεσαν –κυρίως στη Γαλλία– ζωηρή αντίδραση, τόσο στο πεδίο της θεωρίας όσο και στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής. Εκφραστές της αντίδρασης αυτής είναι οι φυσιοκράτες (Φρανσουά Κεναί, Πιερ Ντυ Πον ντε Νεμούρ κλπ.), που πρώτοι στήριξαν την ο. σε επιστημονικές βάσεις: εμπνεόμενοι από τις φιλοσοφικές ιδέες των εγκυκλοπαιδιστών, προσπάθησαν να εξηγήσουν τη φυσική τάξη που ρυθμίζει την οικονομική ζωή. Εφόσον το συμφέρον των ατόμων δεν μπορεί να είναι αντίθετο προς αυτήν την τάξη, την οποία θέλησε η θεία πρόνοια, τα άτομα, επιδιώκοντας το δικό τους προσωπικό συμφέρον, δεν μπορούν να ενεργούν παρά μόνο σύμφωνα με το γενικό συμφέρον. Γι’ αυτό είναι ανάγκη να εξασφαλιστεί σε όλους τους ανθρώπους η μεγαλύτερη ελευθερία και να περιοριστούν οι επεμβάσεις του κράτους, όπως η δημιουργία προνομίων και μονοπωλίων, που είναι επιβλαβείς για τo γενικό συμφέρον και αντίθετες προς τη φυσική τάξη. Τραβώντας στην αντίθετη υπερβολή την επανεκτίμηση τους, της αγροτικής εργασίας, οι φυσιοκράτες βεβαίωναν πως από όλες τις οικονομικές ασχολίες μόνο η γεωργία προσφέρει καθαρό προϊόν, δηλαδή δημιουργεί νέα αγαθά, εκτός από εκείνα που δαπανήθηκαν για την παραγωγή: γι’ αυτό η αγροτική τάξη είναι η μόνη παραγωγική τάξη. Με τον Τυργκό, η φυσιοκρατία βρήκε στη Γαλλία τη συγκεκριμένη εφαρμογή της στην οικονομική πολιτική, με νόμους διεπόμενους από φιλελεύθερο πνεύμα, όπως η κατάργηση των εσωτερικών δασμών και το ελεύθερο εμπόριο των σιτηρών. Ο αγροτικός φιλελευθερισμός των φυσιοκρατών άνοιξε τον δρόμο στον γενικό οικονομικό φιλελευθερισμό, που, στα τέλη του 18ου και όλον το 19o αι., είχε την έκφραση του σε εκείνο που λέγεται σε όλον τον κόσμο κλασική σχολή της οικονομίας. Στο πεδίο της τεχνικής, η βιομηχανική επανάσταση που άρχισε στη Μεγάλη Βρετανία με την εισαγωγή του μηχανικού αργαλειού και της ατμομηχανής), στο πολιτικό πεδίο η Γαλλική επανάσταση (με τις ατομικές ελευθερίες, που εφαρμόζονταν και στα πεδία του εμπορίου και της εργασίας), στο φιλοσοφικό πεδίο η θεωρία του Νταίηβιντ Χιουμ (υποστηρικτή της ωφελιμότητας του ανταγωνισμού τόσο μεταξύ των τόμων όσο και μεταξύ των εθνών) συνετέλεσαν στο να εμφανιστεί η νέα θεωρία, που για πρώτη φορά τη διατύπωσε ο Ρισάρ Καντιγιόν (Μελέτη για τη φύση του εμπορίου - Essai sur la nature du commerce en general, 1755) και την ανέπτυξε κυρίως ο Άνταμ Σμιθ, του οποίου το έργο (Μελέτη επί της φύσης και των αιτίων του πλούτου των εθνών - An inquiry into the nature and causes ofthe wealth of nations, 1776) θεωρείται ως ένα είδος Αγίας Γραφής της κλασικής οικονομίας. Ανατρέποντας τη φυσιοκρατική αρχή, κατά την οποία η γεωργία είναι η μόνη πραγματικά παραγωγική εργασία, ο Σμιθ αποκαλύπτει την ακριβή οικονομική έννοια της παραγωγής, στην οποία συμμετέχουν –με τον καταμερισμό της εργασίας– όλες οι πράξεις, τόσο οι αγροτικές όσο και οι βιομηχανικές και οι εμπορικές. Ο μηχανισμός των τιμών προσαρμόζεται αυτόματα στην προσφορά και στη ζήτηση κάθε προϊόντος και η ελεύθερη δράση των ατομικών ενεργειών εξασφαλίζει αυτόματα την ικανοποίηση του γενικού συμφέροντος. Γι’ αυτό, το κράτος πρέπει να απέχει από κάθε επέμβαση στην ο. τόσο στο εσωτερικό όσο και στις ανταλλαγές με το εξωτερικό, εφόσον η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων θα ωφελήσει στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Τις ατομιστικές και ωφελιμιστικές προϋποθέσεις, στις οποίες στηρίζεται η θεωρία του Άνταμ Σμιθ, και τα φιλελεύθερα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει, τα ακολούθησαν, μετά το Σμιθ, οι οικονομολόγοι της αγγλικής κλασικής σχολής· αυτοί όμως διακρίνονται καθαρά από τον δάσκαλο: τρέφουν ελάχιστη εμπιστοσύνη στην αγαθότητα των φυσικών αποτελεσμάτων, που καθόρισε η πρόνοια, και της ελεύθερης δράσης της ατομικής πρωτοβουλίας. Ο Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους, διαμαρτυρόμενος πάστορας, είναι ο δημιουργός μιας περίφημης θεωρίας για τον περιορισμό των γεννήσεων: ο ανθρώπινος πληθυσμός αυξάνει κατά γεωμετρική πρόοδο, ενώ τα μέσα συντήρησης αυξάνουν μόνο κατά αριθμητική πρόοδο, θα φτάσουμε έτσι γρήγορα στο σημείο όπου δε θα είναι δυνατό να υπάρχει τροφή για όλους. Η ισορροπία μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με δύο τρόπους: με κατασταλτικά φυσικά μέσα (όπως οι πείνες, οι επιδημίες, οι πόλεμοι) που περιορίζουν τον πληθυσμό στο σωστό επίπεδο ή με προληπτικά μέσα, δηλαδή με την εγκράτεια και τον εκούσιο περιορισμό των γεννήσεων. Η κρατική πρόνοια δεν μπορεί να ωφελήσει καθόλου τις άπορες τάξεις· αντίθετα, χειροτερεύει τη θέση τους, γιατί τις ενθαρρύνει να γεννούν παιδιά. Απαισιόδοξος είναι και ο Νταίηβιντ Ρικάρντο, κατά τον οποίο η αύξηση του πληθυσμού, αυξάνοντας τη ζήτηση τροφίμων, όπως το στάρι, κάνει αναγκαία την καλλιέργεια διαρκώς λιγότερο εύφορων γαιών. Έτσι είναι μοιραίο να ανεβαίνει η τιμή του σταριού (και το κόστος της ζωής) με ζημιά των λαϊκών μαζών, ενώ αντίθετα λίγοι προνομιούχοι –οι ιδιοκτήτες των πιο εύφορων γαιών– με την αύξηση των τιμών θα επωφελούνται από μια διαρκώς μεγαλύτερη έγγειο πρόσοδο. Αντίθετα, αφού κάθε πιθανή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των μαζών οδηγεί σε αύξηση του πληθυσμού και της προσφοράς εργατικών χεριών, οι μισθοί των εργατών τείνουν να φτάσουν στο ελάχιστο αναγκαίο για την επιβίωση τους. Και για τον Ρικάρντο επίσης κάθε επέμβαση των κυβερνήσεων απλώς θα επιδείνωνε την κατάσταση: για vα αναχαιτίσει την άνοδο των τιμών και την αύξηση της προόδου, το κράτος πρέπει να αποφεύγει τις συνηθισμένες του επεμβάσεις στον γεωργικό τομέα, δηλαδή να αποφεύγει την επιβολή προστατευτικών δασμών στα σιτηρά που εισάγονται από νέες χώρες, όπου το κόστος παραγωγής είναι ακόμα χαμηλό. Ο Ρικάρντο δίνει θεωρητική βάση στον φιλελευθερισμό στο θέμα του διεθνούς εμπορίου με τη θεωρία του συγκριτικού κόστους, στην οποία αποδείκνύει πως είναι συμφέρον κάθε χώρας να ειδικευτεί στην παραγωγή των προϊόντων για τα οποία είναι καλύτερα προικισμένη. Ενώ ο φιλελευθερισμός των Άγγλων κλασικών στηρίζεται σε μια άκρα απαισιοδοξία, αντίθετα ο φιλελευθερισμός των Γάλλων κλασικών στηρίζεται σε ένα βασικά αισιόδοξο όραμα: όλα πάνε προς το καλύτερο, βεβαιώνουν, μέσα στον καλύτερο δυνατό κόσμο. Γιατί να παρεμβαίνει το κράτος για να διαταράξει αυτήν την ευτυχή αρμονία; Κύριος εκπρόσωπος της αισιόδοξης κλασικής σχολής είναι ο Ζαν-Μπατίστ Σαι, στον οποίο οφείλεται, μεταξύ άλλων, η θεωρία των διεξόδων, σύμφωνα με την οποία δεν είναι δυνατή μια γενική κρίση υπερπαραγωγής, αλλά μόνο μερικές κρίσεις, όταν η παραγωγή είναι κακά προσανατολισμένη (αφθονία ενός προϊόντος και έλλειψη άλλου). Αν δεν υπήρχαν κρατικές παρεμβάσεις ο μηχανισμός των τιμών θα φρόντιζε μόνος του να πετύχει τη διόρθωση της ανισορροπίας. Η αισιόδοξη στάση της σχολής αυτής εκφράζεται ακόμα από τον τίτλο (Οικονομικές αρμονίες - Harmonies economiques, 1850), του κυριότερου έργου του Φρεντερίκ Μπαστιά. Αυτοί μετάφεραν στην ηπειρωτική Ευρώπη τη μάχη που είχε αρχίσει στη Μεγάλη Βρετανία από την Ένωση του Μάντσεστερ εναντίον του προστατευτισμού. Περίφημο είναι το σατιρικό έργο του Αίτηση των πωλητών σπερματσέτων, στο οποίο τονίζει ειρωνικά «τα μεγάλα πλεονεκτήματα που θα προέκυπταν αν –σφραγίζοντας όλα τα παράθυρα, τις πόρτες και τους φεγγίτες από τους οποίους μπαίνει το φως του ήλιου– έμπαινε τέρμα στον απαράδεκτο ανταγωνισμό αυτού του άστρου που, πλημμυρίζοντας το βασίλειο της Γαλλίας με φτηνό φως, βλάπτει την εθνική βιομηχανία των σπερματσέτων...». Η αγγλογαλλική συνθήκη του 1860 επισφράγισε τον θρίαμβο του φιλελευθερισμού. Τα δύο αντίθετα ρεύματα της κλασικής σχολής συναντώνται στη θεωρία του Τζον Στούαρτ Μιλ. Αυτός έδωσε στη φιλελεύθερη θεωρία την πληρέστερη διατύπωση της, καθιερώνοντας οριστικά την έννοια του homo oeco-nomicus, του οικονομικού ανθρώπου, που, κινούμενος μόνο από την ηδονιστική αρχή (την επιδίωξη της μεγαλύτερης ικανοποίησης με τη μικρότερη προσπάθεια), συμβάλλει στην πραγματοποίηση του γενικού συμφέροντος με τη λειτουργία του ελεύθερου ανταγωνισμού. Αυτός βραβεύει τους ικανότερους και διώχνει τους ακατάλληλους: κάθε τι που συντρίβει ο ανταγωνισμός είναι κακό και κάθε τι που αναπτύσσει είναι καλό. Αν από το ένα μέρος ο Τζον Στούαρτ Μιλ τράβηξε ως τον ακρότατο βαθμό το φιλελεύθερο ατομικισμό, από το άλλο άνοιξε τη φάση της αναθεώρησης και της κριτικής. Η λεγόμενη θεωρία του κατώτατου μισθού, σύμφωνα με την οποία δεν είναι δυνατή καμιά βελτίωση των αμοιβών των εργατών, η θεωρία των διεξόδων, που αρνούταν τη δυνατότητα γενικών οικονομικών κρίσεων (των οποίων, αντίθετα, η πραγματικότητα αποκαλύπτονταν δραματικά με την περιοδική επανάληψη κυμάτων ανεργίας και αθλιότητας), η εχθρότητα εναντίον κάθε επέμβασης –στα κοινωνικά ζητήματα– της κρατικής εξουσίας, που θεωρούνταν ανώφελη και επιβλαβής, η απαγόρευση, με τη δικαιολογία του ανταγωνισμού, κάθε εργατικής οργάνωσης: αυτές ήταν οι ιδέες με τις οποίες οι νέες βιομηχανικές τάξεις έβαζαν τελεία και παύλα στην πατερναλιστική κοινωνία του ancien regime, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο φρόντιζε για τη δίκαιη τιμή και τον δίκαιο μισθό και χάρη στον οποίο οι βιοτέχνες και οι εργάτες είχαν βρει στη συντεχνία μια καθιερωμένη προστασία. Στη θέση του άρχισε να δημιουργείται ένας νέος κόσμος, που γινόταν ολοένα πλουσιότερος και προόδευε γρήγορα χάρη στην εκβιομηχάνιση, αλλά και που ρυθμιζόταν από τον σκληρό νόμο του ανταγωνισμού, ο οποίος άφηνε ελεύθερη την εκμετάλλευση των εργατών με τους μισθούς πείνας και τα εξαντλητικά ωράρια εργασίας (εργάσιμες ημέρες 16-18 ωρών είχαν επιβληθεί στα αγγλικά εργοστάσια σε γυναίκες και σε παιδιά σε τρυφερή ηλικία). Ο Τζων Στούαρτ Μιλ όμως δεν δέχεται ως μοιραίες και αναπόφευκτες την κοινωνική αθλιότητα και ανισότητα· δέχεται στο σημείο αυτό την επέμβαση του κράτους, δεν θεωρεί την ατομική ιδιοκτησία φυσικό και απόλυτο δικαίωμα, αλλά συμβατικό θεσμό που μπορεί να μεταβληθεί από τον νομοθέτη, προβλέπει την εξαφάνιση της μισθωτής εργασίας με την ανάπτυξη των συνεταιρισμών των παραγωγών, θέλει την τροποποίηση της έγγειας προσόδου, με τη φορολογία, προς όφελος της ολότητας. Η κριτική αντίδραση εναντίον της κλασικής ο. αναπτύχθηκε καθόλη τη διάρκεια του 19oυ αι. (και ιδίως κατά το δεύτερο του μισό) και στρεφόταν κυρίως εναντίον του πολύ γενικού και αφηρημένου χαρακτήρα, που οι κλασικοί ήθελαν να δώσουν στους οικονομικούς νόμους, εναντίον της ατομιστικής προϋπόθεσης από την οποία ξεκινούσαν και της έννοιας, που έβγαινε από αυτήν, του homo oeconomicus που κινείται μόνο από το προσωπικό του συμφέρον, εναντίον των κοινωνικών συνεπειών του βιομηχανικού καπιταλισμού, τις οποίες η φιλελεύθερη προκατάληψη απαγόρευε να θεραπεύσουν, εναντίον τέλος της ελεύθερης συναλλαγής, που γινόταν διαρκώς περισσότερο αντίθετη προς πολλά ιδιωτικά συμφέροντα –των επιχειρηματιών όσο και των εργατών– και γι’ αυτό αντιπαθής στην κοινή γνώμη. Η ιστορική σχολή, που εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε στη Γερμανία, αρνείται την αξία των γενικών και αφηρημένων νόμων. Η οικονομική πραγματικότητα υπόκειται σε συνεχείς μεταβολές και κάθε κοινωνία και κάθε εποχή ρυθμίζονται από ειδικούς νόμους, που μπορούν να μελετηθούν μόνο με τη χρησιμοποίηση της επαγωγικής μεθόδου, που θα πρέπει να εφαρμόζεται στα βεβαιωμένα συγκεκριμένα γεγονότα, δηλαδή στην οικονομική ιστορία και στη στατιστική. Η ιστορική σχολή επικρίνει και τον ατομικισμό, εναντίον του οποίου συγκεντρώνονται οι επιθέσεις πολυάριθμων άλλων τάσεων, από τους ιδεαλιστές σοσιαλιστές των αρχών του 19ου αι. (όπως οι Κλωντ-Ανρί ντε Σαιν-Σιμόν, Ρόμπερτ Όουεν, Σαρλ Φουριέ, Λουί Μπλαν, Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν κλπ.) ως τους επιστημονικούς σοσιαλιστές του δεύτερου μισού του αιώνα (όπως οι Φερντινάντ Λασάλ, Γιόχαν Καρλ Ρομπέρτους, Μαρξ κλπ.) και, στα τέλη του ίδιου αιώνα, τους χριστιανοσοσιαλιστές, που εμπνέονταν από την εγκύκλιο Rerum novarum του πάπα Λέοντα ΙΓ’. Από όλες αυτές τις τάσεις που επέκριναν την κλασική ο., τη μεγαλύτερη σημασία παρουσιάζει το έργο του Καρλ Μαρξ, γιατί άσκησε πολύ μεγάλη επίδραση τόσο στο πεδίο των πολιτικών θεωριών όσο και στο πεδίο της οικονομικής επιστήμης. Οι οικονομικές και τεχνικές υποδομές, οι συνθήκες της παραγωγής, καθορίζουν, κατά τον Μαρξ, τα κοινωνικά υπεροικοδομήματα: στην παραγωγή –που γίνεται συλλογικά– της μεγάλης βιομηχανίας έπρεπε να αντιστοιχεί όχι πια η ατομική ιδιοκτησία αλλά η συλλογική (κολεκτιβιστική). Αναπτύσσοντας τη θεωρία του Ρικάρντο, που τοποθετούσε τη βάση της αξίας των αγαθών στην εργασία που καταναλώθηκε για την παραγωγή τους, διατύπωσε τη δική του θεωρία της υπεραξίας, κατά την οποία ο κεφαλαιούχος κατακρατεί για δικό του συμφέρον εκείνο το μέρος της αξίας που περισσεύει μετά την πληρωμή των μισθών στους εργάτες. Έτσι γίνεται η αυξανόμενη συσσώρευση των κεφαλαίων, ενώ οι εργατικές μάζες, που δεν εισέπραξαν μισθούς ανάλογους με την αξία των εμπορευμάτων που παρήγαγαν, δεν είναι σε θέση να γίνουν αγοραστές όλων των εμπορευμάτων. Αυτό προκαλεί τη διαρκώς επαναλαμβανόμενη διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης, δηλαδή την κρίση υπερπαραγωγής, που οδηγεί στην καταστροφή των μικρών επιχειρήσεων και επιταχύνει τη διαδικασία της συγκέντρωσης όλης της παραγωγής σε λίγες μεγάλες επιχειρήσεις. Μια σειρά οικονομικών κρίσεων, διαρκώς σοβαρότερων –προβλέπει ο Μαρξ– θα οδηγήσει στην κατάρρευση του καπιταλιστικού καθεστώτος και στην αντικατάσταση του από τον κολεκτιβισμό. Από τελείως αντίθετη ιδεολογική κατεύθυνση προέρχονται οι επιθέσεις που έκαναν εναντίον του φιλελευθερισμού, στη μορφή του της ελευθερίας των συναλλαγών, οι οπαδοί του οικονομικού εθνικισμού (Φρήντριχ Λιστ στη Γερμανία, Χένρυ Τσαρλς Κάρεϋ και Σάιμον Νέλσον Πάτεν στις Ηνωμένες Πολιτείες), οι οποίοι έβλεπαν στον προστατευτισμό το όργανο που θα εξασφάλιζε την ανάπτυξη της εθνικής βιομηχανίας (προφυλάσσοντας την από τον ξένο ανταγωνισμό) και μιας όσο το δυνατό πιο πολύμορφης εθνικής οικονομίας (αντί ενός διεθνούς καταμερισμού της εργασίας στηριγμένου στην ειδίκευση της παραγωγής) ικανής να περιλάβει όλες τις κύριες γεωργικές, βιομηχανικές και εμπορικές εργασίες. Ύστερα από την πρόσκαιρη νίκη της ελευθερίας των συναλλαγών μετά το 1860, ο προστατευτικές ιδέες κατόρθωσαν να επιβληθούν πάλι σχεδόν παντού περίπου στα τέλη του 19ου αι. Κατά την περίοδο μεταξύ των δύο Παγκοσμίων πολέμων η τάση αυτή θα ενισχυθεί περισσότερο από τους υποστηρικτές της αυτάρκειας, κατά τους οποίους σκοπός της οικονομικής πολιτικής είναι να εξασφαλίσει όχι τόσο την ευημερία όσο την οικονομική ανεξαρτησία του έθνους. Με την υποκίνηση τόσο της σοσιαλιστικής όσο και της εθνικιστικής σχολής η συζήτηση μετατοπίστηκε έτσι από το πεδίο της καθαρής ο. στο πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών θεωριών. Τα τέλη του 19ου και το πρώτο τέταρτο του 20ού αι. είδαν τις προσπάθειες που έκαναν διάφορες οικονομικές σχολές για την αποκατάσταση και την ανακαίνιση της οικονομίας πάνω σε αυστηρά επιστημονικές βάσεις, αναπτύσσοντας τις θεωρίες της κλασικής σχολής και δεχόμενες συγχρόνως ό,τι ορθό μπορούσαν να βρουν στις επικρίσεις που διατυπώνονταν εναντίον της. Η αυστριακή σχολή (Καρλ Μένγκερ, Όυγκεν φον Μπομ-Μπάβερκ κ.ά.), που ονομάζεται και ψυχολογική σχολή, επειδή καταφεύγει στην ψυχολογία για vα αναπτύξει τη θεωρία της αξίας, η οποία τόσο από τους κλασικούς (Βιλφρέντο Παρέτο) όσο και από τους επικριτές τους (Μαρξ) στηριζόταν λαθεμένα μόνο στο κόστος παραγωγής (εργασία), έθεσε την έννοια της οριακής χρησιμότητας ως θεμέλιο της αξίας όχι μόνο των καταναλωτικών αγαθών, αλλά και των συντελεστών της παραγωγής. Η μαθηματική σχολή χρησιμοποιεί τη μαθηματική μέθοδο για να ερευνήσει όχι μόνο τις σχέσεις αιτίας και αποτελέσματος μεταξύ των οικονομικών φαινομένων, αλλά και τις –αρκετά συχνότερες– σχέσεις αλληλεξάρτησης. Αυτή θεωρεί το οικονομικό σύστημα ως σύμπλεγμα δυνάμεων, που ενεργούν προς αντίθετες κατευθύνσεις και τείνουν να βρουν μια θέση ισορροπίας. Ανάλογα με το αν οι μελετητές εξετάζουν χωριστά κάθε τομέα της ο. ή όλους τους τομείς συγχρόνως, η μαθηματική σχολή υποδιαιρείται στη σχολή των μερικών οικονομικών ισορροπιών (Αντουάν-Ωγκυστέν Κουρνό, Ουίλιαμ Στάνλεΰ Τζέβονς, ΄Αλφρεντ Μάρσαλ, Μαφέο Πανταλέονι, Φράνσις Αϊζίντρο Έτζουωρθ κ.ά.) και στη σχολή της γενικής οικονομικής ισορροπίας ή σχολή της Λοζάνης (Λεόν Βαλρά, Παρέτο, Ίρβινγκ Φίσερ, Ενρίκο Μπαρόνε κ.ά.). Μια σειρά ριζικών εξελίξεων, που σημειώθηκαν στην παγκόσμια οικονομική ζωή μετά τον A’ Παγκόσμιο πόλεμο, επέδρασαν ουσιαστικά στην εξέλιξη της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης: πρώτα-πρώτα η εμφάνιση και η επικράτηση οικονομικών συστημάτων, τα οποία εμπιστεύονταν, κατά ένα μέρος ή ολικά, τη λύση των προβλημάτων της οργάνωσης της παραγωγής και της κατανομής σε ένα συγκεντρωτικό σχεδιασμό και όχι στις ελεύθερες πρωτοβουλίες των ατόμων και του μηχανισμού των τιμών. Τέτοιες ήταν όχι μόνο οι χώρες με κολεκτιβιστικό κοινωνικό σύστημα, αλλά και σχεδόν όλες οι χώρες με πολεμική ο. Επιπλέον όχι μόνο οι δύο Παγκόσμιοι πόλεμοι, αλλά και οι συνέπειες της μεγάλης οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το 1929 προκάλεσαν παντού μεγάλη επέκταση του παρεμβατισμού του κράτους, του οποίου η οικονομική πολιτική ήταν υποχρεωμένη να αντιμετωπίσει προβλήματα όπως η σταθεροποίηση του εθνικού εισοδήματος, η εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης, το ισοζύγιο του εξωτερικού εμπορίου. Τέλος παρουσιάστηκαν στο προσκήνιο νέες χώρες, οικονομικά υπανάπτυκτες. Στα νέα αυτά γεγονότα ανταποκρίνεται η εμφάνιση νέων τεχνικών και νέων θεωριών. Γίνεται όλο και μεγαλύτερη η προσφυγή στη μαθηματική γλώσσα, στην παράσταση του οικονομικού συστήματος με θεωρητικά πρότυπα, προσαρμοσμένα όσο μπορεί περισσότερο στη συγκεκριμένη πραγματικότητα. Για τη γνώση της πραγματικότητας αυτής η οικονομετρία εφαρμόζει στα οικονομικά γεγονότα τις τεχνικές της στατιστικής. Νέες τεχνικές, όπως η επιχειρησιακή έρευνα, προσπαθούν να λύσουν τα περίπλοκα προβλήματα που δημιουργούνται από τη συγκέντρωση των αποφάσεων που παρατηρείται τόσο στις σχεδιασμένες οικονομίες όσο και στις εξαιρετικά μεγάλες σύγχρονες επιχειρήσεις. Αληθινή όμως επανάσταση στην οικονομική σκέψη προκάλεσε ο Τζον Μέιναρντ Κέινς, το κύριο έργο του οποίου Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος (1936) προκάλεσε αίσθηση που μπορεί να συγκριθεί με εκείνη που είχε προκαλέσει στην εποχή του Ο πλούτος των εθνών του Άνταμ Σμιθ. Ο Κέινς ανέτρεψε τις καθιερωμένες ιδέες, σύμφωνα με τις οποίες το οικονομικό σύστημα τείνει αυτόματα προς μια σταθερή ισορροπία πλήρους απασχόλησης και, αποδεικνύοντας πως μπορεί να υπάρχει μόνιμη ανεργία, ανέλαβε τη μελέτη των οικονομικών ανισορροπιών. Για τον σκοπό αυτό διατύπωσε νέες θεωρίες σχετικά με το εισόδημα και την κατανάλωση, την κατανάλωση και την αποταμίευση, την αποταμίευση και την επένδυση. Αντίθετα προς τη θεωρία των διεξόδων που αναφέραμε, απέδειξε ότι το χρήμα δεν είναι απλός μεσάζων στις ανταλλαγές και ότι νέοι δρόμοι της οικονομικής πολιτικής ανοίγονται στο νομισματικό πεδίο και στο πεδίο των επενδύσεων. Έπειτα από δύο δεκαετίες οξείας σύγκρουσης μεταξύ αυτών των νέων θεωριών και των θεωριών της κλασικής ο., μπορεί να ειπωθεί πως σήμερα αυτές τείνουν να γίνουν παραδεκτές από τους σύγχρονους οικονομολόγους. Επεξεργασία μανιόκας σ’ ένα χωριό στη Γκάνα. Κακάο απλωμένο για να ξεραθεί στο Ασάντι της Γκάνας. Η Γκάνα είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός κακάο στον κόσμο. Οι εγκαταστάσεις ειρηνικής χρήσης της ατομικής ενέργειας βοηθούν την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας. Στη φωτογραφία, εγκαταστάσεις του είδους στη Γαλλία. Η κτηνοτροφία, πολύ διαδομένη γενικά στην Αφρική, αποτελεί το βασικό πόρο των νομαδικών πληθυσμών που ζουν κατά μήκος του ποταμού Σενεγάλη. Δεξαμενή για κοπάδια στη Γαλλία. Η κτηνοτροφία είναι ένας από τους σημαντικότερους πόρους της γαλλικής εθνικής οικονομίας. Το πλούσιο σε μαγγάνιο και κάρβουνα υπέδαφος της Γεωργίας, αποτελεί βασική πηγή πλούτου. Κατά τη φυσιοκρατική αντίληψη, που εκφράζεται στη, λιθογραφία αυτή (18ος αι.), ο γεωργός είναι παραγνωρισμένη αξία που καταπιέζεται από τους φόρους. Προμετωπίδα της πρώτης έκδοσης του κυριότερου έργου του Νταίηβιντ Ρικάρντο, ενός από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της «κλασικής σχολής». Κατά το 19o αι. έγινε στην Αγγλία σκληρή μάχη μεταξύ των οπαδών του προστατευτισμού και των υποστηρικτών της ελευθερίας των συναλλαγών. Η γελοιογραφία αυτή της εποχής έχει ως θέμα της μια από τις εκδηλώσεις πολεμικής μεταξύ των υποστηρικτών των δύο αντίθετων σχολών. Ο Άγγλος οικονομολόγος Άνταμ Σμιθ είναι ιδρυτής της «κλασικής σχολής», που τόσο επέδρασε στην εξέλιξη της οικονομικής σκέψης σε διεθνή κλίμακα. Ο Γάλλος οικονομολόγος Πιερ Ντυ Πον ντε Νεμούρ (εδώ σε μια προσωπογραφία του Τσ. Ουίλσον Πηλ) υπήρξε ένας από τους εξέχοντες φυσιοκράτες. Μαρίνος βαν Ραϋμέρσβαλ: «Δύο τοκογλύφοι». Οι θεολόγοι του Μεσαίωνα θεωρούσαν μεγάλο αμάρτημα και καταδίκαζαν κάθε δανεισμό με τόκο. H εμποροκρατική θεωρία υποστήριζε πως ο πλούτος μιας χώρας στηρίζεται στη συσσώρευση του χρυσού. Εδώ, χρυσωρυχείο του Μεξικού το 17o αι.
* * *
η (ΑΜ οἰκονομία)
1. η διαχείριση τών εσόδων και εξόδων τού σπιτιού
2. η σκόπιμη διάταξη τών μερών ενός λογοτεχνικού έργου, η δομή, η αρχιτεκτονική (α. «η οικονομία τού δράματος» β. «σκηνική οικονομία» — η διάρθρωση τών σκηνών και τών διαλόγων τού θεατρικού έργου σύμφωνα με τις απαιτήσεις τής αληθοφάνειας και τής αναγκαιότητας
γ. «ὁρῶμεν δὲ καὶ ποιητὰς... ταῑς οἰκονομίαις καὶ τοῑς ἤθεσιν ἄγειν καὶ κινεῑν ἀκροατὰς φιλοτεχνοῡντας», Πλούτ.)
3. φρ. α) «θεία οικονομία» ή, απλώς, «οικονομία» — το όλο σχέδιο τού θεού για τη σωτηρία τού κόσμου
β) «εκκλησιαστική οικονομία» — εκκλησιαστική αρχή η οποία προσδιορίζει τις βασικές προϋποθέσεις ποιμαντικής παρέμβασης τής κανονικής αυθεντίας τής Εκκλησίας για την εύρυθμη λειτουργία ενός εκκλησιαστικού σώματος ή μιας ομάδας πιστών ή ενός πιστού μέσα στα πλαίσια τής ευρύτερης πνευματικής αποστολής
νεοελλ.
1. το σύνολο τών παραγωγικών σχέσεων που υπάρχουν σε μία δεδομένη κοινωνία
2. το σύνολο τών ενεργειών τού ατόμου ως μέλους τής κοινωνίας για την εξασφάλιση τών υλικών αγαθών
3. φειδωλή χρήση, αποφυγή τών περιττών δαπανών, τής σπατάλης (α. «πρέπει να κάνουμε οικονομία γιατί θα πεινάσουμε» β. «οικονομία δυνάμεων»)
4. στον πληθ. οι οικονομίες
τα χρήματα που αποταμιεύει κάποιος για στοιχειώδεις ανάγκες κάνοντας περικοπή μέρους τών καθημερινών δαπανών («με τις οικονομίες του θα αγοράσει ένα μικρό διαμέρισμα»)
5. φρ. α) «αγροτική οικονομία» — ο τομέας τής οικονομικής δραστηριότητας ο οποίος έχει ως αντικείμενο την αγροτική παραγωγή
β) «ανεπτυγμένη οικονομία» — η οικονομία που βρίσκεται σε ικανοποιητικό στάδιο εξέλιξης ως προς το κατά κεφαλήν εισόδημα τού πληθυσμού και τη διάρθρωση τής παραγωγής, γ) «ανοιχτή οικονομία» — η οικονομία που έχει συναλλακτικές σχέσεις με άλλες οικονομίες
δ) «δημόσια οικονομία» — η οικονομία τής οποίας φορέας είναι το δημόσιο, δηλ. το κράτος, οι δήμοι και οι κοινότητες, η εκκλησία, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί και οι αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες, σε αντιδιαστολή με την ιδιωτική οικονομία
ε) «δυναμική οικονομία» — η οικονομία που μεταβάλλεται με την πάροδο τού χρόνου ποσοτικά και ποιοτικά, χωρίς να εμφανίζει στασιμότητα
στ) «εθνική οικονομία» — το σύνολο τών οικονομικών κλάδων μιας χώρας στο οποίο συμπεριλαμβάνεται τόσο η σφαίρα τής παραγωγής όσο και η σφαίρα τών υπηρεσιών
ζ) «ελεύθερη οικονομία» — το οικονομικό σύστημα στο οποίο επιτρέπεται η ελεύθερη δράση τής ιδιωτικής επιχείρησης, υπάρχει ανταγωνισμός και ελεύθερη αγορά και αναγνωρίζεται η ιδιοκτησία
η) «ιδιωτική οικονομία» — η οικονομία τής οποίας φορέας είναι οι ιδιώτες
θ) «κλειστή οικονομία» — η οικονομία που περιορίζει τις δραστηριότητες της στα εθνικά όρια, χωρίς εισαγωγές και εξαγωγές
ι) «οικονομία τής αγοράς» — οικονομικό σύστημα στο οποίο ο αυτορρυθμιζόμενος μηχανισμός τής αγοράς καθορίζει την παραγωγή, την κατανομή και την κατανάλωση, με αντίστοιχο περιορισμό ή ελαχιστοποίηση τής παρέμβασης μιας κεντρικής συντονιστικής αρχής ή εξουσίας
ια) «πολιτική οικονομία» — η επιστήμη που μελετά την παραγωγή, κατανομή και κατανάλωση τών υλικών αγαθών
ιβ) «ζωική οικονομία» — τάξη και αρμονία τού συνόλου τών φυσικών λειτουργιών
μσν.-αρχ.
διακανονισμός, διευθέτηση, ρύθμιση
αρχ.
1. η επιστασία τού οίκου
2. η ιδιότητα τού επόπτη διαχείρισης τού σπιτιού
3. η διοίκηση, η διακυβέρνηση
4. το δημόσιο εισόδημα μιας πολιτείας
5. ραδιουργία, μηχανορραφία
6. συμβόλαιο ή νομικό έγγραφο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < οἰκονόμος. Τη λ. δανείστηκαν πολλές ξένες γλώσσες, με αποτέλεσμα να καταστεί σχεδόν διεθνής όρος (πρβλ. αγγλ. economy, γαλλ. economic γερμ. Okonomie)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • οἰκονομία — οἰκονομίᾱ , οἰκονομία management of a household fem nom/voc/acc dual οἰκονομίᾱ , οἰκονομία management of a household fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκονομίᾳ — οἰκονομίαι , οἰκονομία management of a household fem nom/voc pl οἰκονομίᾱͅ , οἰκονομία management of a household fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οικονομία — η 1. διαχείριση των εσόδων και εξόδων του σπιτικού. 2. όλες οι προσπάθειες των ανθρώπων με σκοπό την εξασφάλιση υλικών αγαθών. 3. η διάταξη της δομής λογοτεχνικού έργου: Οικονομία του αρχαίου δράματος. 4. οικονομίες, οι χρηματικό απόθεμα: Έχουμε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Οικονομία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Η περίοδος 1830 1992 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε στην επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το 1830, κατόπιν της επέμβασης των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Η χώρα τότε περιελάμβανε την… …   Dictionary of Greek

  • αγροτική οικονομία — Η α.ο. εξετάζεται διπλά: ως τομέας της οικονομίας και ως κλάδος της οικονομικής επιστήμης. Ως τομέας της οικονομίας η α.ο. έχει σημασία και ρόλο ιδιάζοντα, αν και πολύ απέχει από το να θεωρηθεί ως πρωταρχική μορφή παραγωγικής δραστηριότητας, όπως …   Dictionary of Greek

  • Ευρωπαϊκή Οικονομία Κοινότητα — (ΕΟΚ). Ευρωπαϊκός υπερεθνικός οργανισμός, ο οποίος με τη συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) μετεξελίχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βλ. λ. Ευρωπαϊκή Ένωση (Ιστορία) …   Dictionary of Greek

  • οἰκονομίας — οἰκονομίᾱς , οἰκονομία management of a household fem acc pl οἰκονομίᾱς , οἰκονομία management of a household fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκονομίαι — οἰκονομία management of a household fem nom/voc pl οἰκονομίᾱͅ , οἰκονομία management of a household fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οἰκονομίαν — οἰκονομίᾱν , οἰκονομία management of a household fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”